Κωνσταντίνος Νικ. Τσοβόλας Δικηγόρος Ποινικολόγος | Αθήνα Κ:6932198300

Ενδοοικογενειακή Βία: Νομικό πλαίσιο καθώς και δικαιώματα θυμάτων και κατηγορουμένων.

8/24/2025

woman showing left hand with wedding band
woman showing left hand with wedding band

Εισαγωγικές Παρατηρήσεις

Η ενδοοικογενειακή βία συνιστά μια από τις πιο επώδυνες μορφές παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς στρέφεται εναντίον ατόμων που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης και οικειότητας με τον δράστη. Η οικογένεια, που θα έπρεπε να αποτελεί χώρο ασφάλειας και προστασίας, μετατρέπεται σε πηγή φόβου και τραύματος. Ο νομοθέτης, αντιλαμβανόμενος τη σοβαρότητα αυτού του κοινωνικού προβλήματος, έχει θεσπίσει ένα ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο που εξελίσσεται διαρκώς προκειμένου να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες.

Ο Νόμος 3500/2006 αποτέλεσε την πρώτη συστηματική προσπάθεια του ελληνικού κράτους να αντιμετωπίσει συνολικά το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας. Από τότε έως σήμερα, ο νόμος αυτός έχει τροποποιηθεί πολλές φορές, με την πιο πρόσφατη και σημαντική παρέμβαση να επέρχεται με τον Νόμο 5172/2025, ο οποίος ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 2025. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση ενσωματώνει την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2024/1385 και εισάγει ουσιαστικές αλλαγές που ενισχύουν τόσο την πρόληψη όσο και την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε το ισχύον νομικό πλαίσιο, αναλύοντας τις πρόσφατες τροποποιήσεις και παρουσιάζοντας με ισορροπημένο τρόπο τόσο τα δικαιώματα των θυμάτων όσο και τις εγγυήσεις που παρέχονται στους κατηγορούμενους, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος ενός δικαίου ποινικού συστήματος.

Έννοια και εμβέλεια της ενδοοικογενειακής βίας

Η ενδοοικογενειακή βία περιλαμβάνει κάθε μορφή βίας που ασκείται μεταξύ μελών της οικογένειας. Η έννοια της οικογένειας ερμηνεύεται ευρέως από τον νόμο και καλύπτει όχι μόνο τους νόμιμους συζύγους αλλά και τους τέως ή νυν συντρόφους, τα τέκνα, τους γονείς, τα αδέλφια και άλλους συγγενείς που συνοικούν ή έχουν στενό δεσμό. Αυτή η ευρεία ερμηνεία αντανακλά την πραγματικότητα των σύγχρονων οικογενειακών σχέσεων που δεν περιορίζονται πλέον στα παραδοσιακά πρότυπα.

Η βία μπορεί να εκδηλωθεί με πολλαπλές μορφές. Η σωματική βία αφορά κάθε πράξη που προσβάλλει τη σωματική ακεραιότητα, από το απλό χτύπημα μέχρι τη βαριά σωματική βλάβη. Η ψυχολογική βία, εξίσου σοβαρή αν και συχνά λιγότερο ορατή, περιλαμβάνει λεκτική κακοποίηση, ταπείνωση, απομόνωση και συναισθηματικό εκβιασμό που προκαλούν ψυχική οδύνη στο θύμα. Η σεξουαλική βία αναφέρεται σε κάθε σεξουαλική πράξη που επιβάλλεται χωρίς την ελεύθερη συναίνεση του άλλου προσώπου. Τέλος, η οικονομική βία συνίσταται στον έλεγχο των οικονομικών πόρων, τη στέρηση πρόσβασης σε χρήματα ή τη δημιουργία οικονομικής εξάρτησης που παγιδεύει το θύμα στη σχέση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην πράξη αυτές οι μορφές βίας σπάνια εμφανίζονται μεμονωμένα. Συνήθως συνυπάρχουν και αλληλοενισχύονται, δημιουργώντας ένα περιβάλλον συστηματικής κακοποίησης όπου το θύμα υφίσταται πολλαπλές μορφές κακομεταχείρισης ταυτόχρονα.

Οι πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις

Ο Νόμος 5172/2025 αποτελεί την πιο πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση και φέρνει σημαντικές αλλαγές που ενισχύουν την προστασία των θυμάτων. Μία από τις κρισιμότερες καινοτομίες είναι η διεύρυνση του ορισμού της ενδοοικογενειακής βίας ώστε να συμπεριλάβει ρητά και την απειλή. Πριν από αυτή την τροποποίηση, η απειλή τιμωρούνταν βάσει του γενικού ποινικού δικαίου, χωρίς να αναγνωρίζεται ιδιαίτερα όταν τελούνταν στο οικογενειακό πλαίσιο.

Με τη νέα ρύθμιση, η απειλή σε βάρος μέλους της οικογένειας τιμωρείται με αυξημένες ποινές που αντανακλούν τη σοβαρότητα της όταν εκδηλώνεται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην αναγνώριση νέων μορφών απειλής που έχουν αναδειχθεί χάρη στην τεχνολογική εξέλιξη. Η επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθηση, γνωστή διεθνώς ως stalking, περιλαμβάνεται πλέον ρητά στο νόμο. Αυτό σημαίνει ότι συμπεριφορές όπως η συνεχής παρενόχληση μέσω τηλεφωνικών κλήσεων, μηνυμάτων ή μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι επανειλημμένες επισκέψεις στον χώρο εργασίας ή κατοικίας του θύματος παρά την αντίθετη βούληση του, αποτελούν πλέον αυτοτελώς τιμωρητέες πράξεις ενδοοικογενειακής βίας.

Σημαντική είναι επίσης η πρόβλεψη για την παρεμπόδιση της δικαιοσύνης ως επιβαρυντικής περίστασης. Αναγνωρίζεται δηλαδή ότι όταν ο δράστης ασκεί πίεση στο θύμα ή σε άλλους μάρτυρες προκειμένου να αποσύρουν την καταγγελία, να καταθέσουν ψευδώς ή να αποκρύψουν αποδεικτικά στοιχεία, τότε η συμπεριφορά αυτή αυξάνει το αξιόποινο της πράξης.

Η διάταξη αυτή στοχεύει να αντιμετωπίσει ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, δηλαδή την πίεση που δέχονται τα θύματα, για να μην προχωρήσουν σε καταγγελία.

Το ζήτημα της υποτροπής

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ενδοοικογενειακής βίας είναι η συχνή επανάληψη της. Πολλοί δράστες επιστρέφουν στις βίαιες συμπεριφορές ακόμη και μετά από καταδίκη ή παρέμβαση των αρχών. Αναγνωρίζοντας αυτή την πραγματικότητα, ο νέος νόμος θεσπίζει αυξημένα πλαίσια ποινή για τους υπότροπους δράστες. Ορίζεται με σαφήνεια η έννοια της υποτροπής στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας και προβλέπονται αυστηρότερες κυρώσεις για όσους επαναλαμβάνουν τις πράξεις τους.

Όταν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης άνω των δύο ετών για αδίκημα ενδοοικογενειακής βίας, η ποινή εκτίεται άμεσα, χωρίς δυνατότητα μετατροπής ή αναστολής. Αυτή η ρύθμιση αποτελεί σημαντική απόκλιση από το γενικό κανόνα του ποινικού δικαίου που επιτρέπει την αναστολή ποινών φυλάκισης υπό προϋποθέσεις. Η επιλογή αυτή δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας των θυμάτων και την αποτροπή της επανάληψης των βίαιων συμπεριφορών.

Περιοριστικά μέτρα και άμεση προστασία

Η άμεση προστασία του θύματος αποτελεί προτεραιότητα του νομοθέτη. Για τον σκοπό αυτό προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής περιοριστικών μέτρων στον δράστη, τα οποία μπορούν να ληφθούν ταχύτατα, ακόμη και πριν την άσκηση ποινικής δίωξης. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την απαγόρευση προσέγγισης του θύματος σε συγκεκριμένη απόσταση, την απαγόρευση επικοινωνίας με οποιοδήποτε μέσο, την υποχρέωση μετοίκησης του δράστη από την κοινή οικογενειακή κατοικία και την ηλεκτρονική επιτήρηση.

Η ηλεκτρονική επιτήρηση αποτελεί σύγχρονο εργαλείο που επιτρέπει την παρακολούθηση της τήρησης των περιοριστικών όρων σε πραγματικό χρόνο. Μέσω της χρήσης ηλεκτρονικού βραχιολιού, οι αρχές μπορούν να γνωρίζουν αν ο δράστης προσεγγίζει το θύμα ή παραβιάζει τα επιβληθέντα μέτρα, επιτρέποντας άμεση παρέμβαση. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων συνιστά αυτοτελές αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης.

Τα περιοριστικά μέτρα μπορούν να επιβληθούν τόσο στο στάδιο της προδικασίας όσο και ως παρεπόμενη ποινή μετά την καταδίκη. Σημαντικό είναι ότι όταν επιβάλλονται ως παρεπόμενη ποινή, δεν υπάρχει δυνατότητα αναστολής τους, εξασφαλίζοντας έτσι τη συνεχή προστασία του θύματος. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να προσβάλει τη διάταξη επιβολής των μέτρων, ζητώντας την επανεξέτασή της από το αρμόδιο δικαστήριο.

Δεύτερον, ο εισαγγελέας αποκτά την εξουσία να μην αποδεχθεί τη συμφωνία διαμεσολάβησης εφόσον κρίνει, με αιτιολογημένη διάταξη του, ότι δεν είναι προς το συμφέρον του θύματος ή ότι υπάρχει κίνδυνος επανάληψης της βίας. Επίσης, μπορεί να τροποποιήσει τους όρους της διαμεσολάβησης τάσσοντας νέους που θα προστατεύουν καλύτερα το θύμα, όταν νέα στοιχεία το επιβάλλουν.

Τρίτον, σε περίπτωση που η διαμεσολάβηση δεν ολοκληρωθεί λόγω υπαιτιότητας του δράστη, ή αν ο δράστης διαπράξει νέο αδίκημα ενδοοικογενειακής βίας κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, τότε απαγορεύεται η μελλοντική υπαγωγή της ίδιας υπόθεσης αλλά και οποιασδήποτε άλλης με τον ίδιο δράστη σε διαμεσολάβηση. Έτσι αποτρέπεται η χρήση του θεσμού από δράστες που επιδιώκουν απλώς να κερδίσουν χρόνο ή να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων τους.

Η ποινική διαμεσολάβηση στην ενδοοικογενειακή βία

Η ποινική διαμεσολάβηση αποτελεί έναν εναλλακτικό τρόπο διαχείρισης της ποινικής υπόθεσης, όπου δράστης και θύμα, με τη συνδρομή εκπαιδευμένου διαμεσολαβητή, επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία που θα οδηγήσει στην επίλυση της διαφοράς τους χωρίς δικαστική απόφαση.

Η διαμεσολάβηση στην ενδοοικογενειακή βία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος το θύμα να δεχθεί πιέσεις ή να μην έχει την πραγματική ελευθερία να εκφράσει τη βούληση του.

Οι πρόσφατες τροποποιήσεις ενισχύουν τις εγγυήσεις της διαμεσολάβησης. Πρώτον, προστίθεται στους όρους της διαμεσολάβησης η υποχρέωση του δράστη να καταβάλει αποζημίωση όχι μόνο για την ηθική βλάβη αλλά και για την κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών του θύματος. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει ενοίκιο, έξοδα διαβίωσης, σχολικά έξοδα των τέκνων και άλλες άμεσες ανάγκες που προκύπτουν από την κατάσταση.

Δεύτερον, ο εισαγγελέας αποκτά την εξουσία να μην αποδεχθεί τη συμφωνία διαμεσολάβησης εφόσον κρίνει, με αιτιολογημένη διάταξη του, ότι δεν είναι προς το συμφέρον του θύματος ή ότι υπάρχει κίνδυνος επανάληψης της βίας. Επίσης, μπορεί να τροποποιήσει τους όρους της διαμεσολάβησης τάσσοντας νέους που θα προστατεύουν καλύτερα το θύμα, όταν νέα στοιχεία το επιβάλλουν.

Τρίτον, σε περίπτωση που η διαμεσολάβηση δεν ολοκληρωθεί λόγω υπαιτιότητας του δράστη, ή αν ο δράστης διαπράξει νέο αδίκημα ενδοοικογενειακής βίας κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, τότε απαγορεύεται η μελλοντική υπαγωγή της ίδιας υπόθεσης αλλά και οποιασδήποτε άλλης με τον ίδιο δράστη σε διαμεσολάβηση. Έτσι αποτρέπεται η χρήση του θεσμού από δράστες που επιδιώκουν απλώς να κερδίσουν χρόνο ή να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων τους.

Η ενδοοικογενειακή απειλή

Η απειλή αποτελεί μία από τις πιο συχνές μορφές ενδοοικογενειακής βίας, συχνά προηγούμενη ή συνυπάρχουσα με τη σωματική βία. Με τον Νόμο 5172/2025, η απειλή εντάχθηκε ρητά στο πεδίο εφαρμογής του νόμου για την ενδοοικογενειακή βία, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα της όταν εκδηλώνεται στο οικογενειακό πλαίσιο. Το μέλος της οικογένειας που προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών.

Η απειλή μπορεί να λάβει πολλές μορφές. Μπορεί να είναι ρητή, όταν ο δράστης εκφράζει σαφώς την πρόθεση του να βλάψει το θύμα, ή σιωπηρή, όταν η απειλή συνάγεται από τη συμπεριφορά, τις χειρονομίες ή την όλη στάση του δράστη. Μπορεί να διατυπωθεί προφορικά, γραπτά ή μέσω ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η απειλή πρέπει να προκαλεί πραγματικά τρόμο ή ανησυχία στο θύμα, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδίως της ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ δράστη και θύματος.

Σημαντική είναι η αναγνώριση της επίμονης καταδίωξης ή παρακολούθησης ως μορφής απειλής. Αυτή η συμπεριφορά, γνωστή διεθνώς ως stalking, συνίσταται στην επαναλαμβανόμενη και ανεπιθύμητη επιδίωξη επαφής με το θύμα, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούληση του. Μπορεί να εκδηλωθεί με συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις, μηνύματα μέσω εφαρμογών ή μέσων κοινωνικής δικτύωσης, επανειλημμένες επισκέψεις στην κατοικία, τον χώρο εργασίας ή άλλους χώρους που συχνάζει το θύμα, ή παρακολούθηση των κινήσεων του.

Το stalking στο οικογενειακό περιβάλλον παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Συχνά ο δράστης γνωρίζει λεπτομερώς τις συνήθειες, τις δραστηριότητες και τον κοινωνικό κύκλο του θύματος, καθιστώντας την παρακολούθηση ευκολότερη και εντονότερη. Το θύμα βιώνει μια συνεχή αίσθηση παρακολούθησης και επικείμενου κινδύνου που μπορεί να είναι εξίσου τραυματική με τη σωματική βία. Η ψυχολογική επίπτωση της συνεχούς παρακολούθησης και της αδυναμίας να αισθανθεί κανείς ασφαλής ακόμη και στους πιο οικείους χώρους δεν πρέπει να υποτιμάται.

Για την τιμωρία της απειλής απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο δράστης ενήργησε με δόλο, δηλαδή ότι γνώριζε ότι η συμπεριφορά του θα προκαλούσε τρόμο ή ανησυχία και το ήθελε ή το αποδέχθηκε. Δεν είναι απαραίτητο το απειλούμενο κακό να είναι εφικτό ή ο δράστης να έχει πραγματική πρόθεση να το υλοποιήσει. Αρκεί η απειλή να είναι τέτοια που θα προκαλούσε φόβο σε ένα λογικό άτομο που βρίσκεται στη θέση του θύματος, δεδομένης της σχέσης με τον δράστη και του ιστορικού της σχέσης τους.

Ταχεία διεκπεραίωση και προτεραιότητα

Ο χρόνος είναι κρίσιμος παράγοντας στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας. Καθυστερήσεις στη διερεύνηση και εκδίκαση των υποθέσεων αυτών μπορεί να θέσουν το θύμα σε κίνδυνο και να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό, ο νόμος επιτάσσει τη ταχεία διεκπεραίωση της προδικασίας και την προτεραιότητα στην εκδίκαση των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας.

Προβλέπεται ότι η προανάκριση και ανάκριση θα διεξάγονται εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου, χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Για τα κακουργήματα ενδοοικογενειακής βίας, δίνεται η δυνατότητα στον εισαγγελέα να περατώσει την κύρια ανάκριση, επιταχύνοντας έτσι την παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο. Οι υποθέσεις αυτές προηγούνται στο δικαστικό πρόγραμμα, εξασφαλίζοντας ότι θα εκδικαστούν χωρίς αναιτιολόγητες αναβολές που μπορεί να ανανεώνουν το τραύμα του θύματος και να παρατείνουν την αβεβαιότητα.

Η προστασία των ανηλίκων

Τα ανήλικα θύματα ή μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας χρήζουν ιδιαίτερης μέριμνας. Η έκθεσή τους σε βία έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στην ψυχοσωματική τους ανάπτυξη, στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τις διαπροσωπικές σχέσεις. Πέραν αυτού, η συμμετοχή τους στην ποινική διαδικασία μπορεί να αποτελέσει πηγή επιπλέον τραυματισμού εάν δεν διεξάγεται με τον κατάλληλο τρόπο.

Ο νόμος προβλέπει ειδικές διαδικασίες για την εξέταση ανηλίκων μαρτύρων. Η κατάθεσή τους μπορεί να λαμβάνεται με τη χρήση τεχνολογικών μέσων, επιτρέποντας στο ανήλικο να μην βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με τον κατηγορούμενο. Αυτό μειώνει το άγχος και τον φόβο που θα μπορούσε να βιώσει το ανήλικο κατά την αντιμετώπιση του δράστη. Εναλλακτικά, μπορεί να αναγνωσθεί η προανακριτική κατάθεσή του στο ακροατήριο, χωρίς να απαιτείται η φυσική του παρουσία, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία της ψυχικής ή σωματικής του υγείας.

Επιπλέον, ο εισαγγελέας που χειρίζεται μια καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας οφείλει να εξετάζει αυτεπάγγελτα αν πρέπει να ληφθούν μέτρα σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας. Όταν ο δράστης έχει γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων, το δικαστήριο μπορεί να επέμβει για την προστασία των ανηλίκων, ακόμη και αν δεν έχουν υπάρξει άμεσα θύματα βίας. Η έκθεση ανηλίκων σε ενδοοικογενειακή βία, ακόμη και ως παρατηρητών, θεωρείται μορφή κακοποίησης που απαιτεί παρέμβαση.

Η υποχρέωση καταγγελίας

Η έγκαιρη ανίχνευση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας είναι καθοριστική για την προστασία των θυμάτων. Ορισμένοι επαγγελματίες, λόγω της φύσης της εργασίας τους, έρχονται σε επαφή με θύματα βίας και μπορούν να εντοπίσουν τα σημάδια της. Για τον λόγο αυτό, ο νόμος επιβάλλει σε συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματιών την υποχρέωση να αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας που έρχονται στην αντίληψή τους.

Οι επαγγελματίες υγείας, συμπεριλαμβανομένων των ιατρών, νοσηλευτών, φαρμακοποιών και φυσικοθεραπευτών, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι εκπαιδευτικοί και άλλοι που εργάζονται σε θέσεις όπου μπορεί να εντοπίσουν σημάδια βίας, υποχρεούνται να προβούν σε καταγγελία. Η υποχρέωση αυτή υπερισχύει του επαγγελματικού απορρήτου, αναγνωρίζοντας ότι η προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των θυμάτων αποτελεί ανώτερο δημόσιο συμφέρον.

Η καταγγελία πραγματοποιείται συνήθως με τη σύνταξη έγγραφης έκθεσης προς τις αρμόδιες αρχές. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, όπου υπάρχει άμεσος κίνδυνος για το θύμα, η καταγγελία μπορεί να γίνει τηλεφωνικά, ώστε να ληφθούν άμεσα προστατευτικά μέτρα. Οι επαγγελματίες που παραλείπουν την υποχρέωση τους αυτή υπέχουν πειθαρχική και ποινική ευθύνη.

Τα δικαιώματα των παθόντων

Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας απολαμβάνουν ενός ολοκληρωμένου δικτύου δικαιωμάτων και υποστήριξης. Κατά πρώτον, έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε ασφαλή στέγαση μέσω των καταφυγίων που λειτουργούν σε όλη τη χώρα. Τα καταφύγια αυτά παρέχουν όχι μόνο στέγη αλλά και ψυχολογική υποστήριξη, κοινωνική εργασία και βοήθεια για την επαναφορά του θύματος στην κοινωνική ζωή.

Έχουν δικαίωμα σε δωρεάν νομική συνδρομή για την υποβοήθηση τους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Ο δικηγόρος τους μπορεί να τα συνοδεύσει σε όλες τις ενέργειες, από την υποβολή της καταγγελίας μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, διασφαλίζοντας ότι τα δικαιώματά τους προστατεύονται πλήρως. Επιπλέον, δικαιούνται ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη για την αντιμετώπιση των συνεπειών της βίας που υπέστησαν.

Τα θύματα έχουν δικαίωμα πληροφόρησης για την πορεία της ποινικής υπόθεσης. Ενημερώνονται για τις αποφάσεις των αρχών, τις ημερομηνίες των δικασίμων, την έκβαση της δίκης και τυχόν αποφυλάκιση του δράστη. Αυτή η ενημέρωση είναι κρίσιμη για την αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου του θύματος πάνω στην κατάσταση του.

Μπορούν να παραστούν στη δίκη ως υποστήριξη της κατηγορίας, διεκδικώντας αποζημίωση για την ηθική βλάβη και την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν. Η αποζημίωση αυτή μπορεί να καλύψει ιατρικά έξοδα, απώλεια εισοδήματος, έξοδα μετακίνησης και διαμονής, καθώς και την ψυχική οδύνη που βίωσαν. Εναλλακτικά, μπορούν να ασκήσουν ξεχωριστή αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Σημαντικό δικαίωμα είναι και η δυνατότητα αίτησης για την επιβολή περιοριστικών μέτρων στον δράστη. Το θύμα μπορεί να ζητήσει την απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή κατοικία, την απαγόρευση προσέγγισής του και την απαγόρευση επικοινωνίας. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ληφθούν ταχύτατα, παρέχοντας άμεση προστασία.

Τέλος, για τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας, προβλέπεται η δυνατότητα μετάθεσης ή απόσπασης σε άλλη θέση για χρονικό διάστημα έως τρία έτη, ώστε να απομακρυνθούν από το περιβάλλον όπου μπορεί να έρχονται σε επαφή με τον δράστη. Αυτή η μετάθεση γίνεται κατά προτεραιότητα και δεν απαιτεί τη συναίνεση της υπηρεσίας, αναγνωρίζοντας την έκτακτη ανάγκη προστασίας του θύματος.

Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου

Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας, ο κατηγορούμενος παραμένει φορέας θεμελιωδών δικαιωμάτων που πρέπει να γίνονται απόλυτα σεβαστά καθ' όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε δημοκρατικού ποινικού συστήματος και σημαίνει ότι κανείς δεν θεωρείται ένοχος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ενημερωθεί αμέσως και με σαφήνεια για τη φύση και το περιεχόμενο της κατηγορίας που στρέφεται εναντίον του. Πρέπει να γνωρίζει ακριβώς ποιες πράξεις του καταλογίζονται, πότε και πού φέρεται να τελέστηκαν και με βάση ποιες διατάξεις του ποινικού νόμου διώκεται. Αυτή η πληροφόρηση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να οργανώσει την υπεράσπιση του.

Έχει δικαίωμα παροχής επαρκούς χρόνου και διευκολύνσεων για την προετοιμασία της υπεράσπισης του. Αυτό περιλαμβάνει την πρόσβαση στη δικογραφία, τη δυνατότητα να συμβουλευθεί δικηγόρο της επιλογής του, και να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία υπεράσπισης. Εάν δεν έχει οικονομική δυνατότητα, δικαιούται την παροχή δωρεάν δικηγόρου από το κράτος.

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και της δίκης, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να παραστεί και να λάβει γνώση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει η κατηγορία. Μπορεί να αμφισβητήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων, να ζητήσει την εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης, να προσκομίσει έγγραφα και άλλα αποδεικτικά μέσα. Έχει επίσης δικαίωμα σιωπής και δεν υποχρεούται να συνεργαστεί στην αυτοενοχοποίηση του. Οποιαδήποτε κατάθεση ή ομολογία πρέπει να είναι απολύτως εκούσια και να μην έχει αποσπαστεί με πίεση, απειλή ή εξαναγκασμό.

Σε περίπτωση επιβολής προσωρινής κράτησης, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να προσβάλει τη νομιμότητα και την αναλογικότητα του μέτρου αυτού. Η προσωρινή κράτηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να βασίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα που καθιστούν αναγκαίο τον περιορισμό της ελευθερίας του. Δεν αρκεί η απλή βαρύτητα της κατηγορίας, αλλά πρέπει να συντρέχουν ειδικοί λόγοι όπως κίνδυνος φυγής, κίνδυνος απόκρυψης αποδεικτικών στοιχείων ή κίνδυνος τέλεσης νέων σοβαρών αδικημάτων.

Όταν επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα, όπως απαγόρευση προσέγγισης ή υποχρέωση μετοίκησης, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την επανεξέτασή τους από το δικαστήριο. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι ανάλογα και αναγκαία για την προστασία του θύματος, χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τον κατηγορούμενο. Για παράδειγμα, αν η απαγόρευση προσέγγισης εμποδίζει τον κατηγορούμενο να προσέλθει στην εργασία του ή να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με τα τέκνα του, το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι προστασίας του θύματος που είναι λιγότερο επιβαρυντικοί.

Μετά την καταδίκη, ο κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων. Μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, υπό προϋποθέσεις, αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατά την εκτέλεση της ποινής, δικαιούται ανθρώπινης μεταχείρισης, σεβασμού της αξιοπρέπειας του και πρόσβασης σε προγράμματα αποκατάστασης που μπορεί να περιλαμβάνουν ψυχολογική υποστήριξη, διαχείριση του θυμού και άλλες παρεμβάσεις που στοχεύουν στην αποτροπή της υποτροπής.

Η δίκαιη εξισορρόπηση των δικαιωμάτων

Ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας είναι πώς επιτυγχάνεται η δίκαιη εξισορρόπηση μεταξύ της αποτελεσματικής προστασίας των θυμάτων και του σεβασμού των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Και τα δύο αυτά συμφέροντα έχουν συνταγματική κατοχύρωση και δεν μπορεί το ένα να θυσιαστεί υπέρ του άλλου.

Ο νομοθέτης έχει επιχειρήσει να δημιουργήσει ένα σύστημα που προστατεύει πραγματικά τα θύματα χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις θεμελιώδεις αρχές της ποινικής δικονομίας. Η πρόβλεψη για ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων εξυπηρετεί και τα δύο αυτά συμφέροντα, καθώς το θύμα λαμβάνει ταχύτερη προστασία και δικαιοσύνη, ενώ ο κατηγορούμενος δεν υφίσταται την αβεβαιότητα μιας παρατεταμένης διαδικασίας.

Η δυνατότητα επιβολής περιοριστικών μέτρων παρέχει άμεση προστασία στο θύμα, αλλά ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος μπορεί να προσβάλει αυτά τα μέτρα και να ζητήσει την επανεξέτασή τους. Η προσωρινή κράτηση επιβάλλεται μόνο ως έσχατο μέσο και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενώ ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της. Ακόμη και στη διαμεσολάβηση, όπου επιδιώκεται μια συναινετική λύση, ο εισαγγελέας έχει την εξουσία να μην την αποδεχθεί εάν κρίνει ότι δεν προστατεύει επαρκώς το θύμα.

Πρακτικές συμβουλές για τους παθόντες

Εάν βιώνετε ενδοοικογενειακή βία, είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι δεν είστε μόνοι και ότι υπάρχουν θεσμοί και άνθρωποι έτοιμοι να σας βοηθήσουν. Η προτεραιότητα είναι η άμεση προστασία της σωματικής σας ακεραιότητας και της ασφάλειας σας. Σε περίπτωση άμεσης απειλής, μην διστάσετε να καλέσετε την Άμεση Δράση. Υπάρχει επίσης η γραμμή SOS 15900, που λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο και παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη και καθοδήγηση.

Η τεκμηρίωση των περιστατικών βίας είναι κρίσιμη για την ποινική διαδικασία. Εάν είναι δυνατόν, φωτογραφίστε τυχόν τραύματα, φυλάξτε ιατρικά πιστοποιητικά που καταγράφουν τραυματισμούς, κρατήστε απειλητικά μηνύματα ή ηχογραφήσεις. Αυτά τα στοιχεία μπορεί να αποδειχθούν ανεκτίμητα για την υποστήριξη της καταγγελίας σας.

Η αναζήτηση νομικής συνδρομής είναι απαραίτητη. Ένας έμπειρος ποινικολόγος μπορεί να σας καθοδηγήσει σε όλη τη διαδικασία, από την υποβολή της μήνυσης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, να σας ενημερώνει για τα δικαιώματά σας και να διασφαλίσει ότι λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα. Μην ανησυχείτε για το κόστος, καθώς δικαιούστε δωρεάν νομική συνδρομή.

Η ψυχολογική υποστήριξη είναι εξίσου σημαντική με τη νομική. Η ενδοοικογενειακή βία αφήνει βαθιά ψυχολογικά τραύματα που χρειάζονται επαγγελματική αντιμετώπιση. Οι συμβουλευτικές υπηρεσίες και οι ψυχολόγοι που ειδικεύονται σε θέματα βίας μπορούν να σας βοηθήσουν να ανακτήσετε την αυτοπεποίθηση σας και να ξαναχτίσετε τη ζωή σας.

Πρακτικές συμβουλές για τους κατηγορουμένους

Εάν αντιμετωπίζετε κατηγορία για ενδοοικογενειακή βία, είναι κρίσιμο να κατανοήσετε τη σοβαρότητα της κατάστασης και να ενεργήσετε άμεσα και με σύνεση. Η πρώτη και σημαντικότερη ενέργεια είναι η άμεση επικοινωνία με έμπειρο ποινικολόγο δικηγόρο. Ένας δικηγόρος ποινικολόγος μπορεί να αξιολογήσει την υπόθεση σας, να σας ενημερώσει για τα δικαιώματα σας και τις υποχρεώσεις σας, και να χαράξει την κατάλληλη υπερασπιστική στρατηγική.

Είναι απαραίτητο να τηρείτε απόλυτα τυχόν περιοριστικά μέτρα σας έχουν επιβληθεί. Η παραβίασή τους συνιστά αυτοτελές αδίκημα και επιδεινώνει σημαντικά τη θέση σας. Αποφύγετε κάθε μορφής επικοινωνίας με το φερόμενο θύμα, ακόμη και αν πιστεύετε ότι μπορείτε να λύσετε την κατάσταση με συζήτηση. Κάθε επαφή μπορεί να θεωρηθεί ως παραβίαση των περιοριστικών όρων και να χρησιμοποιηθεί εναντίον σας.

Μην επιχειρήσετε να επικοινωνήσετε με το θύμα μέσω τρίτων προσώπων ούτε να ασκήσετε οποιαδήποτε μορφή πίεσης για την απόσυρση της καταγγελίας. Τέτοιες ενέργειες θα θεωρηθούν ως παρεμπόδιση της δικαιοσύνης και θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση σας. Αντίθετα, επικεντρωθείτε στο να συγκεντρώσετε αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν την εκδοχή σας των γεγονότων και συνεργαστείτε με τον δικηγόρο σας για την οικοδόμηση της υπεράσπισης σας.

Αν τα γεγονότα όντως έλαβαν χώρα όπως περιγράφονται και αντιμετωπίζετε προβλήματα διαχείρισης του θυμού ή άλλα ψυχολογικά ζητήματα, η προληπτική αναζήτηση ψυχολογικής υποστήριξης μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη τόσο για εσάς όσο και για την εκτίμηση της προσωπικότητας σας από το δικαστήριο. Η ειλικρινής αναγνώριση των προβλημάτων και η προσπάθεια αλλαγής συμπεριφοράς λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Επίλογος

Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα πολύπλευρο κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί συντονισμένη και συστηματική αντιμετώπιση. Το ελληνικό νομικό πλαίσιο, όπως έχει διαμορφωθεί με τον Νόμο 3500/2006 και τις πρόσφατες τροποποιήσεις που επέφερε ο Νόμος 5172/2025, παρέχει εργαλεία τόσο για την πρόληψη όσο και για την αντιμετώπιση του φαινομένου.

Οι πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις ενισχύουν σημαντικά την προστασία των θυμάτων μέσω της επέκτασης του ορισμού της ενδοοικογενειακής βίας, της πρόβλεψης αυστηρότερων ποινών για υπότροπους δράστες, της βελτίωσης των περιοριστικών μέτρων και της ταχείας διεκπεραίωσης των υποθέσεων. Ταυτόχρονα, το νομικό σύστημα διασφαλίζει ότι οι κατηγορούμενοι διατηρούν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους και ότι η ποινική διαδικασία διεξάγεται με τρόπο δίκαιο και διαφανή.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην ποινική καταστολή. Απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση που περιλαμβάνει πρόληψη μέσω της εκπαίδευσης και της ευαισθητοποίησης, άμεση προστασία των θυμάτων, ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη, οικονομική ενδυνάμωση και προγράμματα αποκατάστασης για τους δράστες.

Κάθε περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας είναι μοναδικό και απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση. Ως δικηγόροι ποινικολόγοι, έχουμε την ευθύνη να παρέχουμε υψηλού επιπέδου νομική υποστήριξη τόσο στα θύματα που αναζητούν δικαίωση και προστασία, όσο και στους κατηγορούμενους που δικαιούνται δίκαιη δίκη και σεβασμό των δικαιωμάτων τους. Στόχος μας είναι η εξασφάλιση της δικαιοσύνης σε κάθε υπόθεση, ο σεβασμός της αξιοπρέπειας κάθε εμπλεκόμενου και η συμβολή στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας χωρίς βία.

Η συνεχής εκπαίδευση και ενημέρωση πάνω στις εξελίξεις του νόμου, η κατανόηση της ψυχολογίας των θυμάτων και των δραστών, και η στενή συνεργασία με κοινωνικούς φορείς και υπηρεσίες υποστήριξης είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική διαχείριση αυτών των ευαίσθητων υποθέσεων. Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτικό ζήτημα αλλά κοινωνικό πρόβλημα που μας αφορά όλους και απαιτεί τη συλλογική μας δέσμευση για την εξάλειψη του.

Η ισχυρή νομοθετική προστασία, σε συνδυασμό με την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και την ενίσχυση των υποστηρικτικών υπηρεσιών, μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση του φαινομένου. Κάθε θύμα που βρίσκει το θάρρος να καταγγείλει, κάθε επαγγελματίας που αναγνωρίζει τα σημάδια βίας και παρεμβαίνει, κάθε δράστης που λαμβάνει τη βοήθεια που χρειάζεται για να αλλάξει συμπεριφορά, συμβάλλει στη δημιουργία μιας ασφαλέστερης κοινωνίας για όλους.